Στην θέση μιας κακοποιημένης γυναίκας

κακοποίηση

 

Σίγουρα υπάρχουν πολλές μορφές κακοποίησης και φυσικά δεν είναι όλων θύματα μόνο οι γυναίκες. Σήμερα όμως, με αφορμή μια πρόσφατη εξομολόγηση που μου έγινε, θα ασχοληθώ με μία συγκεκριμένη περίπτωση. Ήξερα την ιστορία της εν λόγω γυναίκας σε ένα γενικό πλαίσιο αλλά τούτη την φορά, η συζήτησή μας εμπλουτίστηκε με λεπτομέρειες.

Η κυρία Μαρίνα βαδίζει στο 72 έτος της ζωής της. Μεγαλωμένη σε ένα χωριό της Ελλάδας σε μια εποχή που οι γονείς βιάζονταν να ξεφορτωθούν το βάρος που λεγόταν «κορίτσι», παντρεύτηκε (υπό + άντρας _ ύπανδρος γυνή_ τίθεται υπό ενός ανδρός)τον άνθρωπο που επέλεξαν οι γονείς της για εκείνη. Ο Ιορδάνης φορούσε καθημερινά τα καλά του, έπαιζε χαρτάκι, έπινε με τις παρέες του και με την επιστροφή στο σπίτι, έριχνε κι ένα χέρι ξύλο στην Μαρίνα. Αυτό συνεχιζόταν για χρόνια. Καθόλου πρωτότυπη ιστορία, όπως γνωρίζετε. Έκαναν δυο παιδιά τα οποία -για να κάνω την μεγάλη αφήγηση μικρή- τώρα, σε ηλικία κοντά στα 50, ενίοτε της ζητούν να ξεχάσει και να …μεταμορφωθεί σε μια ύπαρξη που σφύζει από αυτοπεποίθηση. (Ο Ιορδάνης πέθανε νέος, από το ποτό)

Μπαίνω λοιπόν κι εγώ στα παπούτσια της κυρα- Μαρίνας, βολεύομαι και σε μια καλή θέση στην μηχανή του χρόνου και πατάω το κουμπί για να ταξιδέψω πίσω.

Είμαι ένα παιδί που νιώθει καθημερινά στο πετσί του ότι θα ‘πρεπε να απολογείται επειδή γεννήθηκε κορίτσι. Η μαμά μου -βασικός ρόλος στην διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης ενός παιδιού-  δεν ξεχνά ποτέ να θυμίζει σε μένα και τις αδερφές μου ότι ο γιος της και αδερφός μας είναι το καμάρι του σπιτιού. Δεν τον κουράζει, δεν του αναθέτει τίποτα, δεν τον επιπλήττει, δεν του θυμώνει, τον καμαρώνει, τον κανακεύει και τον παινεύει διαρκώς. Μάχεται κάθε μέρα να διώξει απ’ τις πλάτες της το άχθος που λέγεται «κόρες». Είμαι ανεπιθύμητη. Και το βιώνω νωρίς. Πριν προλάβω να μάθω τι σημαίνει πίστη στον εαυτό. Όλα ακόμα είναι τόσο εύπλαστα μέσα μου, μη διαμορφωμένα και δεν ξέρω ποια πατήματα να έχω για ισορροπία.

Γίνομαι 17 και μου ανακοινώνουν ότι ο Ιορδάνης θα είναι πια κύρης μου κι αφέντης μου. Καμία ερώτηση. Για το τι επιθυμώ, ούτε λόγος. Βλέπω στα μάτια των γονιών μου την ανακούφιση που τόσο καιρό περίμεναν να νιώσουν. Έχουν ήδη παραπετάξει τις δυο αδερφές μου σε άλλους αρσενικούς …ιδιοκτήτες και ήμουν πια το τελευταίο σακί που βάραινε τους ώμους τους. Τρώω ξύλο κάθε μέρα. Δουλεύω στα χωράφια, συντηρώ το σπίτι, κουβαλώ το βίκι με το νερό 5-6 φορές την ημέρα ακόμα και όσο είμαι έγκυος και φυσικά, τρώω ξύλο συνέχεια. Δεν προλαβαίνω ποτέ να καταλάβω τι έκανα λάθος, τι κακό είπα. Μαθαίνω να διαμορφώνω μια συγκαταβατική συμπεριφορά που –όσο γίνεται- να μην κάνει την σπίθα φλόγα.  Δεν αρκεί αυτό. Ποτέ δεν βρίσκω την κατάλληλη συμπεριφορά. Πάντα –ό,τι και να κάνω- «το λάδι θα πέσει στην φωτιά» και το ξύλο δεν θα το γλυτώσω. Μεγαλώνω παιδιά και συνεχίζω σ’ αυτό το αέναο βασανιστήριο απ’ το οποίο ζητούσα κάποτε καθημερινά απ’ την μαμά μου να με σώσει αλλά η απάντησή της ήταν «Να γυρίσεις στο σπίτι σου και στον άντρα σου».

Ο άντρας μου πεθαίνει και δεν ξέρω τι να αισθανθώ. Είναι σωστό να χαρώ; Είναι λάθος; Πρέπει να ντραπώ που αισθάνομαι ότι έφυγε ένα βάρος από την ζωή μου; (Άραγε έφυγε ένα βάρος από την ζωή μου;) Πρέπει να ντραπώ τον εαυτό μου που καμιά φορά δεν ξέρω πώς να συμπεριφερθώ σ’ αυτή τη νέα κατάσταση που ζω εν απουσία του; Τουλάχιστον τότε, είχα μια σειρά, είχα μάθει να ζω κάπως. Τώρα;

ICLWMlogo

Τώρα ζω για τα παιδιά μου. Γίνομαι καμιά φορά δυναμική όταν πρέπει να τα προστατεύσω αλλά τις υπόλοιπες ώρες, είμαι ξανά ο συγκαταβατικός εαυτός μου. Βλέπω συχνά πού πρέπει να τους πω «όχι» αλλά δεν ξέρω πώς να το πω για να πείσω. Δεν μπορώ να πείσω. Δεν ξέρω. Μάλλον δεν ακούγεται πολύ η φωνή μου.

Γίνομαι φιλάσθενη. Εύκολα τρυπώνουν στο σώμα μου οι ασθένειες του χρόνου. Πιο νωρίς μάλλον απ’ ό,τι θα γινόταν αν είχα πιο πολλή πυγμή. Δεν ξέρω. Νομίζω όλα τα βάρη της ψυχής, όλα τα «φτάνει πια!» που δεν είπα ενώ ήθελα, έχουν γίνει μια τσιμεντένια μπάλα μέσα μου και δεν σπάει.

Όλα τα χρόνια βιώνω την φτώχεια. Λίγες φορές –σε πολύ δύσκολα- που απευθύνθηκα στις αδερφές μου για ελάχιστα δανεικά χρήματα, δεν με βοήθησαν ενώ η οικονομική τους κατάσταση ήταν καλή. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως δεν βοήθησε το κλίμα στο σπίτι μας να δεθούμε όσο μεγαλώναμε μαζί. Μάλλον κι εκείνες βρήκαν έναν δικό τους τρόπο να διαχειριστούν την υποτίμηση που είχαν βιώσει και αυτός ο τρόπος ήταν να σκληρύνουν πολύ.

Τώρα πια είμαι συγκαταβατική ακόμα και στο εγγόνι μου. Δεν μπορώ να πω όχι. Τα παιδιά μου συχνά –όταν φτάνει μια φορά τον χρόνο η μέρα που είχε πεθάνει ο μπαμπάς  τους- μου ζητούν να ξεχάσω. Όμως δεν μπορώ. Δεν μπορώ.

238172-I-Can-t-Remember-I-Can-t-Forget